-
ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ "ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΙΣΠΑΝΩΝ ΛΥΡΙΚΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ"
Χειρόγραφα του Ν. Καζαντζάκη με σύντομο βιογραφικό
και μεταφράσεις ποιημάτων του Rafael AlbertiΔόθηκε για δημοσίευση στο αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό "Ο κύκλος" του ποιητή Απόστολου Μελαχρινού
Rafael Alberti
Γεννήθηκε στη Σάντα Μαρία της Ανδαλουσίας, στο 1900. Σπούδασε μα δεν τελείοσε το Πανεπιστήμιο. Πριν ν' αρχίσει να γράφει στίχους, ζωγράφιζε. Από τα 1924 δίνεται ολόκληρος στην ποίηση.
Δημοσιέβει τις ακόλουθες ποιητικές συλογές: "Θαλασινός στη στεριά", η "Αγαπητικιά", η "Αβγή του γαρούφαλου", "Για τους αγγέλους", "Δύο δέησες στην Παρθένο".
Ο Αλμπέρτι θεωρείται ο καλήτερος ποιητής από τη νέα λυρική γενιά της Ισπανίας.
Μετάφραση μερικών τραγουδιών του Ραφαήλ Αλμπέρτη
-
Στον καπετάν Αντώνη Εσπινόζα
Πάνω στο καράβι σου (πράσινο βάθρο από θαλασινά φύκια,
από κολητσάνες, κοχύλια, σμαραγδένια απόνερα)
καπετάνιε των ανέμων και των χελιδονιών
σε παρασημοφόρεσαν οι καταιγίδες.
Για σένα τ' ακρογιάλια με τα σερπετά μέτωπα
κινούν, όταν αλετρίζεις τα νερά, τραγούδι:
―Θαλασσινέ, ελέφτερε άνθρωπε, που κυλάς στις θάλασες
πες μας τα ραδιοφωνήματα του πολικού σου άστρου:
Καλέ μας θαλασινέ υγιέ των βοριανών θρήνων
λάσπη της νότιας γης, παντιέρα στην αβλή
την αφρισμένη του νερού, κυνηγάτορα των σειρήνων,
όλα τα δεμένα ακρογιάλια του κόσμου
σε ικετέβουμε να μας πάρεις στο βαθύ αβλάκι του καραβιού σου
κατά τη θάλασα, συντρίβοντάς μας τις αλυσίδες.
Ο άγγελος των αριθμών
Παρθένες με γωνίες
και διαβήτες, αγρυπνούν μπροστά
στους ουράνιους μαβροπίνακες
Κι ο άγγελος των αριθμών
στοχαστικός, πετάει
από το 1 στο δύο, από το 2
στο 3, από το 3 στο 4.
Κρύες κιμωλίες και σφουγγάρια
χαράζαν και σβύναν
το φως στα διαστήματα.
Μήτε ήλιος ή φεγγάρι, μήτε άστρα
μήτε η ξαφνική πρασινάδα
της αχτίδας, μήτε η αστραπή
μήτε ο αγέρας. Μονάχα σύνεφα.
Παρθένες δίχως γωνίες
δίχως διαβήτες, κλαίνε
Και στους νεκρούς μαβροπίνακες
ο άγγελος των αριθμών
χωρίς ζωή, σαβανομένος
απάνου στο 1 και στο 2
απάνου στο 3, απάνου στο 4 ...
Η Μις Χ, θαμένη στον δυτικόν άνεμο
Αχ Μις Χ, Μις Χ: 20 χρονών!
Μπλούζες στις προθήκες
οι κομωτές κλαίνε
που έχασαν τη χαίτη σου
(ξανθή φωτιά, κομένη.) ―
Αχ Μις Χ, Μις Χ, χωρίς καπέλο
αβγή δίχως φκιασίδι, μόνη
τόσο ελέφτερη εσύ
στον άνεμο!
Οι μοδίστρες, ασπροντυμένες, στα μπαλκόνια
βυθισμένες στον ουρανό. ―Για να δούμε!
―Επιτέλους! Τί; τί; ―Όχι!
Είταν ένα πουλί, κι όχι εσύ,
Μις Χ, μικρούλα!
Ο διευθυντής του μπαρ, ω τί θλίψη!
―(μπίρα, λεμονάδα, ουίσκι, κοκτέϊλ)―
έβαψε μάβρες τις μποτίλιες
και τις σημαίες,
τις έβαψε μάβρες, μεσίστιες.
Και στον ουρανό δε στρουφογυρνάει το ραδιοφώνημά σου!
Τριάντα καράβια,
σαράντα υδροπλάνα,
κ' ένα μεγάλο κάικι φορτωμένο πορτοκάλια,
φωνάζουν μέσα στη θάλασα, στα σύννεφα.
Τίποτα!
Αχ Μις Χ, που βρίσκεσαι;΄
Η Α.Μ. ο βασιλιάς της πατρίδος σου δεν τρώει.
Δεν κοιμάται ο βασιλιάς. Καπνίζει
Υπουργεία, ―προξενεία, ―τράπεζες, ―καζίνα, ―πάρκα―
όλα κλεισμένα
Αχ Μις Χ, μις Χ, τι ανία!
Χασμουριούμαι. Αντίο!
good bye!
(Πια κανένας, δε σε συλογάται·
οι πεταλούδες οι ατσαλένιες
με κομένα τα φτερά,
βάνουν φωτιά στους αγέρηδες
καρφομένες απάνου στις κουνιστές
ντάλιες των ανέμων!
Πια κανένας δε σε συλογάται, Μις Χ, μικρούλα...)
-
Θύμηση του τρανού
Ακόμα νιόβγαλτο το ρόδο κι ο αρχάγγελος
Όλα, πριν από το βέλασμα και το κλάμα.
Όταν το φως ακόμα δεν ήξερε
αν η θάλασσα θα γενιόταν αγόρι ή κοριτσάκι.
Όταν ο άνεμος ονειρεβόταν μαλιά να τα χτενίζει
και η φωτιά ν' ανάβει γαρούφαλα και μάγουλα
και το νερό αργόπορα χείλια να πίνουν.
Όλα, πριν από το σώμα, από τ' όνομα κι απ' τον καιρό.
Τότε θυμούμαι μια φορά κ' έναν καιρό στον ουρανό...
Πριν, πολύ πριν,
να επαναστατήσουν οι ήσκιοι
και πέσουν στον κόσμο αναμένες φτερούγες
κ' ένα πουλί μπορούσε να καεί από ένα κρίνο.
Πριν, πριν να με ρωτήξεις
τον αριθμό και τη θέση του κορμιού μου.
Στην εποχή της ψυχής
Πολύ πριν από το σώμα.
Όταν εσύ ίδρυσες
στο αστεφάνοτο μέτωπο του ουρανού,
την πρώτη δυναστεία του ονείρου.
Όταν εσύ, κοιτάζοντάς με
απάνου στο ανύπαρχτο
εφέβρες τις πρώτες λέξεις
Τότε συναντηθήκαμε
-
Χωρίς θεραπεία
Έπρεπε εγώ να βγω από τη γης,
έπρεπε η γης να με αναξεράσει, μια για πάντα, σαν μπάσταρδο γιο,
σαν γιο που τον φοβάται και καμιά δεν υπάρχει ελπίδα να τον δεχτούν οι πολιτείες
Έπρεπε να κλάψω ωσότου να κινήσω τα τραίνα
και να αναποδογυρίσω με κραβγές τις ώρες της ανερούσας
δίνοντας αφορμή στον ουρανό να με παρατήσει σ' ένα μαρτύριο δίχως
βροχή.
Έπρεπε να ξενητεφτώ άθελά μου,
να παρατήσω κάπια κρεβάτια
κάπιους αντίλαλους,
κάπια αδιανα μάτια...
-
Στον καπετάν Αντώνη Εσπινόζα





